Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Polizia
slipper

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

chausson [ʃosɔ̃] ΟΥΣ αρσ

chausson (pantoufle)
chausson (de bébé)
chausson (de danse)
chausson (de sport)
chausson d'escalade
chausson de gymnastique
chausson aux pommes ΜΑΓΕΙΡ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chausson αρσ
chausson αρσ
chausson αρσ d'escalade
chausson αρσ (de danse)
point αρσ de chausson
chausson αρσ de nuit
chausson αρσ aux pommes
chausson αρσ
pump παρωχ
chausson αρσ de danse (pour homme)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

chausson [ʃosɔ̃] ΟΥΣ αρσ

1. chausson (chaussure):

chausson
chausson de danse

2. chausson ΜΑΓΕΙΡ:

chausson aux pommes
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chausson αρσ
chausson αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

chausson [ʃoso͂] ΟΥΣ αρσ

1. chausson (chaussure):

chausson
chausson de danse

2. chausson culin:

chausson aux pommes
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chausson αρσ
chausson αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le patin est constitué d'une lame, d'un chausson et d'une attache permettant de joindre les deux à l'avant du pied.
fr.wikipedia.org
Le regard de cette dernière change mystérieusement et pour la remercier elle lui propose en cadeau de lui offrir les chaussons rouges qu'elle porte.
fr.wikipedia.org
Dans les années 1850, la ville bretonne « s'oriente dans la fabrication de chaussures en cuir pour résoudre une crise dans l'industrie du chausson ».
fr.wikipedia.org
Une prise de pied est n'importe quelle prise sur laquelle on s'appuie avec le chausson d'escalade.
fr.wikipedia.org
La présence ou non des chaussons à la porte indique également si les toilettes sont occupées.
fr.wikipedia.org