Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

répugnantes
to cuddle

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cajoler [kaʒɔle] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cajoler (être tendre avec):

cajoler
se faire cajoler par qn

2. cajoler (flatter):

cajoler
to bring [sb] round βρετ
cajoler
to bring [sb] around αμερικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cajoler
coax person
cajoler

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cajoler [kaʒɔle] ΡΉΜΑ μεταβ (câliner)

cajoler
cajoler qn pour obtenir qc
to coax sth out of sb
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cajoler
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cajoler [kaʒɔle] ΡΉΜΑ μεταβ (câliner)

cajoler
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cajoler
Présent
jecajole
tucajoles
il/elle/oncajole
nouscajolons
vouscajolez
ils/ellescajolent
Imparfait
jecajolais
tucajolais
il/elle/oncajolait
nouscajolions
vouscajoliez
ils/ellescajolaient
Passé simple
jecajolai
tucajolas
il/elle/oncajola
nouscajolâmes
vouscajolâtes
ils/ellescajolèrent
Futur simple
jecajolerai
tucajoleras
il/elle/oncajolera
nouscajolerons
vouscajolerez
ils/ellescajoleront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

cajoler qn pour obtenir qc
to coax sth out of sb

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Fischer peut faire chuchoter, chanter, crier, louer, expliquer, cajoler, proclamer ses ensembles.
fr.wikipedia.org
Elle a été cajolée puis s'est recouchée, mais elle resta agitée.
fr.wikipedia.org
Des traits de personnalité juvéniles, tels que la gaieté, la fragilité, la vulnérabilité, la curiosité, l'innocence, les comportements affectifs et un besoin d'être cajolé sont souvent considérés comme mignons.
fr.wikipedia.org
Toutes les sortes de béliers sont connues pour leur caractère doux, se laissant facilement porter et cajoler.
fr.wikipedia.org
Elle est avec lui parce qu’il est petit et dénigré, elle a envie de le « cajoler » et est intriguée par sa différence tout en ne la comprenant pas.
fr.wikipedia.org