Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Massieren
inerente

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

inherent [βρετ ɪnˈhɪər(ə)nt, ɪnˈhɛr(ə)nt, αμερικ ɪnˈhɪrənt, ɪnˈhɛrənt] ΕΠΊΘ

to be inherent in
the inherent limitations of
with its inherent risks
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
inherent a: in
the inherent limitations of
to be inherent a: in
to be inherent in human nature
inherent

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

inherent [ɪn·ˈhɪ·rənt] ΕΠΊΘ

inherent
inherent ΦΙΛΟΣ
to be inherent in sth
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
insito in qc/qu
inherent to sth/sb

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to be inherent in sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

However, soundness is an inherent characteristic of the breed.
en.wikipedia.org
The absolute balance of the symmetrical structure reflects the sense of order inherent in the style.
en.wikipedia.org
In weather radar, backscattering is proportional to the 6th power of the diameter of the target multiplied by its inherent reflective properties.
en.wikipedia.org
Inherent jurisdiction appears to apply to an almost limitless set of circumstances.
en.wikipedia.org
This gives inherent stability in the roll direction.
en.wikipedia.org