Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

rübe
corpetto

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

bodice [βρετ ˈbɒdɪs, αμερικ ˈbɑdəs] ΟΥΣ (of dress)

bodice
corpino αρσ
fitted bodice

liberty bodice [ˈlɪbətɪˌbɒdɪs] ΟΥΣ

liberty bodice

bodice-ripper [βρετ, αμερικ ˈbɑdəsˌrɪpər] ΟΥΣ χιουμ

bodice-ripper
shirr bodice etc.
crossover bodice, straps
shirred bodice etc.
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
bodice
bodice
bodice
bodice

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

bodice [ˈbɑ:·dɪs] ΟΥΣ (of a dress)

bodice
corpetto αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
bodice

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The sweater is normally grey and on the bodice there is a wine red diamond patterning.
en.wikipedia.org
It depicts a woman wearing a black lace veil on her head and a dark dress with a low-cut bodice.
en.wikipedia.org
Her shawl and bodice are plain and without definition or folds.
en.wikipedia.org
The bodice also had pleated insets over the bust to allow for the growth of the girls.
en.wikipedia.org
The first bodice extends from the neck to the top of the ribcage to allow the abdominal joint to be more movable.
en.wikipedia.org