Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Wailing
mormone

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

Mormon Info

I. Mormon [βρετ ˈmɔːmən, αμερικ ˈmɔrmən] Mormon ΟΥΣ (follower)

Mormon
mormone αρσ / mormona θηλ

II. Mormon [βρετ ˈmɔːmən, αμερικ ˈmɔrmən] Mormon (prophet)

Mormon
Mormon

III. Mormon [βρετ ˈmɔːmən, αμερικ ˈmɔrmən] Mormon ΕΠΊΘ

Mormon

Mormon Info

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
Mormon
Mormon

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. Mormon [ˈmɔ:r·mən] ΟΥΣ

Mormon
mormone αρσ θηλ

II. Mormon [ˈmɔ:r·mən] ΕΠΊΘ

Mormon
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
Mormon

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In the 1870s, a prominent Mormon writer wrote that Mormons considered such a marriage to be no marriage at all.
en.wikipedia.org
Pleasant followed the typical pattern for Mormon towns of the period.
en.wikipedia.org
The producers claim that the video was made out of love for the Mormon people.
en.wikipedia.org
It is known for its parodies of Mormon culture.
en.wikipedia.org
The use of Mormon in other contexts is not generally considered offensive and is commonly used by the church's members.
en.wikipedia.org