Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sabaisser
lealtad

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loyalty <pl loyalties> [αμερικ ˈlɔɪəlti, βρετ ˈlɔɪəlti] ΟΥΣ

1. loyalty U (quality, state):

loyalty
lealtad θηλ

2. loyalty (allegiance):

loyalty often pl
lealtad θηλ
loyalty to sb/sth
lealtad a alguien/algo

loyalty card ΟΥΣ βρετ

loyalty card

brand loyalty ΟΥΣ U

brand loyalty
fanatical belief/loyalty/devotion
unquestionable sincerity/loyalty
unquestionable sincerity/loyalty
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
loyalty
loyalty
loyalty card
to cultivate the loyalty of

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loyalty <-ies> [ˈlɔɪəlti] ΟΥΣ

loyalty
lealtad θηλ

loyalty point ΟΥΣ

loyalty point
prove innocence, loyalty
to pledge loyalty
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
loyalty
loyalty point
party loyalty
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loyalty <-ies> [ˈlɔɪ·əl·ti] ΟΥΣ

loyalty
lealtad θηλ

loyalty card ΟΥΣ

loyalty card
tarjeta θηλ amiga [o de cliente]
prove innocence, loyalty
to pledge loyalty
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
loyalty

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Opponents attacked the men's loyalty and prevented their speaking in councils.
en.wikipedia.org
The complex rituals of camp life and the strange loyalties and deep bonds between the men are depicted.
en.wikipedia.org
During the five years it was under his charge it became distinguished for its loyalty and good government.
en.wikipedia.org
The new army regiments had no loyalty but to the shah.
en.wikipedia.org
It focuses largely on friendship, honor and loyalty between pupils.
en.wikipedia.org