Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

létalage
editor
jefe

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
redactor αρσ jefe / redactora θηλ jefe
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Oxford Spanish Dictionary

editor [αμερικ ˈɛdədər, βρετ ˈɛdɪtə] ΟΥΣ

1.1. editor:

corrector αρσ (de estilo) / correctora θηλ (de estilo)
redactor αρσ / redactora θηλ
editor αρσ / editora θηλ
editor αρσ / editora θηλ

1.2. editor (of newspaper, magazine):

director αρσ / directora θηλ
redactor αρσ jefe / redactora θηλ jefe

1.3. editor (of movie, radio show):

editor αρσ / editora θηλ

2. editor Η/Υ:

editor αρσ

I. chief [αμερικ tʃif, βρετ tʃiːf] ΟΥΣ

1. chief (head):

jefe αρσ / jefa θηλ
líder αρσ θηλ
el mero mero Μεξ οικ

2. chief (boss):

chief οικ
jefe αρσ / jefa θηλ

3. chief βρετ οικ as form of address:

jefe αρσ / jefa θηλ
patrón αρσ / patrona θηλ

II. chief [αμερικ tʃif, βρετ tʃiːf] ΕΠΊΘ προσδιορ, no συγκρ

στο λεξικό PONS

chief editor ΟΥΣ

editor(a) αρσ (θηλ) jefe

editor-in-chief [ˌedɪtəʳɪnˈtʃi:f, αμερικ -t̬ɚ-] ΟΥΣ

redactor(a) αρσ (θηλ) jefe
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
redactor(a) αρσ (θηλ) jefe
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

editor [ˈedɪtəʳ, αμερικ -tɚ] ΟΥΣ

1. editor:

editor of book
editor(a) αρσ (θηλ)
editor of article
redactor(a) αρσ (θηλ)
editor of a newspaper
director(a) αρσ (θηλ)
redactor(a) αρσ (θηλ) jefe
redactor(a) αρσ (θηλ) de deportes

2. editor ΚΙΝΗΜ:

montador(a) αρσ (θηλ)

3. editor Η/Υ:

editor αρσ

I. chief [tʃi:f] ΟΥΣ

1. chief (boss):

jefe(-a) αρσ (θηλ)

2. chief (of a tribe):

jefe(-a) αρσ (θηλ)

II. chief [tʃi:f] ΕΠΊΘ

1. chief (top):

2. chief (major):

Καταχώριση OpenDict

chief ΟΥΣ

chief of staff ΣΤΡΑΤ
jefe(-a) del Estado Mayor αρσ θηλ
στο λεξικό PONS

editor-in-chief [ˌed·ɪ·tər·ɪn·ˈtʃif] ΟΥΣ

redactor (a) αρσ (θηλ) jefe
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
redactor (a) αρσ (θηλ) jefe
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

editor [ˈed·ɪ·tər] ΟΥΣ

1. editor:

editor of book
editor(a) αρσ (θηλ)
editor of article
redactor(a) αρσ (θηλ)
editor of newspaper
director(a) αρσ (θηλ)
redactor (a) αρσ (θηλ) jefe
redactor (a) αρσ (θηλ) de deportes

2. editor ΚΙΝΗΜ:

montador(a) αρσ (θηλ)

3. editor comput:

editor αρσ

I. chief [tʃif] ΟΥΣ

1. chief (boss):

jefe(-a) αρσ (θηλ)

2. chief (of a tribe):

jefe(-a) αρσ (θηλ)

II. chief [tʃif] ΕΠΊΘ

1. chief (top):

2. chief (major):

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In 2005, he was promoted as the chief editor.
en.wikipedia.org
He was the chief editor of the paper during two periods, until 1909.
en.wikipedia.org
She repeatedly was as leader or chief editor for various media.
en.wikipedia.org
He served as its chief editor until 1854.
en.wikipedia.org
He was promoted to chief editor in 1970.
en.wikipedia.org