Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

όλου
Verlangsamung

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈslow·down ΟΥΣ

1. slowdown ΟΙΚΟΝ (business activity):

slowdown
Verlangsamung θηλ <-, -en>
economic slowdown
Konjunkturabschwächung θηλ <-, -en>

2. slowdown αμερικ ΟΙΚΟΝ (go-slow):

slowdown
Bummelstreik αρσ <-s, -s>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
economic slowdown
slowdown in investment
slowdown in activity
economic slowdown
slowdown in investments
slowdown
price slowdown

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

slowdown in activity ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

slowdown in activity

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

economic slowdown
Konjunkturabschwächung θηλ <-, -en>

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

During the economic slowdown between 1882 and 1886, socialist and anarchist organizations were active.
en.wikipedia.org
When house building and sales slowed for a time in the late 80s, there was a significant slowdown in facility completion.
en.wikipedia.org
First, the campaign came on the heels of an economic slowdown.
en.wikipedia.org
The data on clearly shows a slowdown in performance improvements in recent processors.
en.wikipedia.org
Mines are used to restrict or slowdown opponents from accessing certain areas or retreating from battle.
en.wikipedia.org