Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

quarantanni
Höhe

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

el·eva·tion [ˌelɪˈveɪʃən] ΟΥΣ τυπικ

1. elevation:

elevation (height)
Höhe θηλ <-, -n>
elevation (above sea level) of mountain

2. elevation:

elevation (raised area)
[Boden]erhebung θηλ
elevation (hill)
Anhöhe θηλ <-, -n>

3. elevation:

elevation (rise)
Beförderung θηλ <-, -en>
elevation (to peerage)
Erhebung θηλ <-, -en>
Καταχώριση OpenDict

elevation ΟΥΣ

elevation ΑΡΧΙΤ
Ansicht θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
elevation
elevation
a gentle elevation
Ansicht θηλ ΑΡΧΙΤ
elevation [drawing]
land elevation
Höhenmeter (Höhendifferenz) αρσ ΓΕΩΓΡ
elevation gain
elevation angle
elevation
side elevation
to draw the front/side elevation etc. of sth
elevation no πλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

elevation [ˌelɪˈveɪʃn] ΟΥΣ

elevation
Höhenlage θηλ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

superelevation, super elevation ΟΔ ΑΣΦ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to draw the front/side elevation etc. of sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It has an average elevation of 370 meters (1217 feet).
en.wikipedia.org
Summit at noon, barometer, 20.35; thermometer, 65; elevation, 10,327 feet.
en.wikipedia.org
It is among the highest-elevation geyser fields in the world.
en.wikipedia.org
Location names, mean elevation, and the numeric differences between high and low elevations are also provided.
en.wikipedia.org
Although their language is labored, they are distinguished by their elevation of thought and conciseness.
en.wikipedia.org