Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

'n
[Rohr]leitung

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

duct [dʌkt] ΟΥΣ

1. duct (pipe):

duct
[Rohr]leitung θηλ
duct
Rohr ουδ <-(e)s, -e>
air duct
Luftkanal αρσ <-s, -kanäle>
air duct
Luftschacht αρσ <-(e)s, -schächte>

2. duct ΑΝΑΤ:

duct
Kanal αρσ <-s, Ka·nä̱·le>
duct
Gang αρσ <-(e)s, Gän·ge>
ear duct
Gehörgang αρσ <-(e)s, -gänge>
milk duct
Milchgang αρσ
tear duct

ˈtear duct ΟΥΣ ΑΝΑΤ

tear duct
tear duct
Tränennasengang αρσ ειδικ ορολ

ven·ti·ˈla·tion duct ΟΥΣ

Belüftungsschacht αρσ <-(e)s, -schächte>
Καταχώριση OpenDict

duct tape ΟΥΣ

duct tape αμερικ
Gewebeband ουδ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
milk duct
lactiferous duct ειδικ ορολ
bile duct
seminal duct
duct tape αμερικ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

duct ΟΥΣ

duct

cochlear duct [ˈkɒkliəˌdʌkt] ΟΥΣ

thoracic duct [θɔːˌræsɪkˈdʌkt] ΟΥΣ

collecting duct [kəˌlektɪŋˈdʌkt] ΟΥΣ

resin duct, resin canal

resin duct

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

air duct
Luftkanal αρσ <-s, -kanäle>
air duct
Luftschacht αρσ <-(e)s, -schächte>
ear duct
Gehörgang αρσ <-(e)s, -gänge>
milk duct
Milchgang αρσ
tear duct

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

There is a single tapering posterior extension and a duct like process which runs from the ventral surface to the urogenital opening.
en.wikipedia.org
A huge sponge, saturated with perfume, was placed at the mouth of the principal air duct.
en.wikipedia.org
In the latter case, the cables might be direct buried or installed in ducts.
en.wikipedia.org
There are two lymph ducts in the body -- the right lymphatic duct and the thoracic duct.
en.wikipedia.org
They also have mouths with pollen ducts that can excrete streams of high-pressure, foul-smelling liquids that vary from a flammable toxin to an immobilizing jelly.
en.wikipedia.org