Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

patisce
usagé(e)

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

well-worn [βρετ wɛlˈwɔːn, αμερικ ˌwɛlˈwɔrn] ΕΠΊΘ

well-worn carpet, garment
well-worn steps, floorboards
well-worn μτφ joke, theme, phrase
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

usagé (usagée) [yzaʒe] ΕΠΊΘ

1. usagé (usé):

usagé (usagée) vêtement
usagé (usagée) pneu

2. usagé (déjà utilisé):

usagé (usagée) vêtement, seringue, préservatif

éculé (éculée) [ekyle] ΕΠΊΘ

1. éculé κυριολ:

2. éculé μτφ plaisanterie, théorie:

éculé (éculée)
hackneyed, well-worn προσδιορ

στο λεξικό PONS

well-worn ΕΠΊΘ a. μτφ

στο λεξικό PONS

well-worn ΕΠΊΘ a. μτφ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A well-worn handrail offers the pedestrian some protection against a slip into the river.
en.wikipedia.org
Tapirs will spend many of their waking hours foraging along well-worn trails, snouts to the ground in search of food.
en.wikipedia.org
The artist described his approach on the issue as taking well-known, maybe well-worn superhero concepts, make them scary, make them upsetting in some way.
en.wikipedia.org
I remember holding his hand, being led on walks along well-worn paths, made by him, listening to and witnessing the unfolding natural world.
en.wikipedia.org
He dressed in crudely woven and well-worn flannel trousers and a wool shirt.
en.wikipedia.org