Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

benimm
nécessiteux(-euse)

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. needy [βρετ ˈniːdi, αμερικ ˈnidi] ΟΥΣ

the needy + ρήμα πλ
les indigents αρσ πλ

II. needy [βρετ ˈniːdi, αμερικ ˈnidi] ΕΠΊΘ

needy person
needy sector, area
to turn one's back on homeless, needy
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
nécessiteux (nécessiteuse)
needy
nécessiteux (nécessiteuse)
needy person
the needy
besogneux (besogneuse) παρωχ
needy person
the needy

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. needy <-ier, -iest> [ˈni:di] ΕΠΊΘ

needy

II. needy [ˈni:di] ΟΥΣ πλ

the needy
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
nécessiteux (-euse)
needy
nécessiteux (-euse)
needy person
the needy
besogneux (-euse)
needy
malheureux (-euse)
needy person
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. needy <-ier, -iest> [ˈni·di] ΕΠΊΘ

needy

II. needy [ˈni·di] ΟΥΣ πλ

the needy
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
nécessiteux (-euse)
needy
nécessiteux (-euse)
needy person
the needy
besogneux (-euse)
needy
malheureux (-euse)
needy person

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The school remained for needy white boys for over a century.
en.wikipedia.org
She continued to practice medicine, and provided psychiatric and mental health nursing to needy women and children.
en.wikipedia.org
The thief pleaded with me to leave him as he was needy and had a family and that he will not repeat this.
en.wikipedia.org
He gives away the last pair of shoes he has to a needy lady.
en.wikipedia.org
They built hospitals and shelters for the needy, supported cultural institutions and were patrons of individual artists.
en.wikipedia.org