Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εκρηκτικό“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εκρηκτικό [ɛkriktiˈkɔ] SUBST ουδ

εκρηκτικό
Sprengstoff αρσ

Παραδειγματικές φράσεις με εκρηκτικό

εκρηκτικό μείγμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский