Γερμανικά » Ελληνικά

Dosierung <-, -en> SUBST f

1. Dosierung nur sg (das Dosieren):

2. Dosierung (Dosis):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文