Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dœuf
capitana

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

capitanare [kapitaˈnare] ΡΉΜΑ μεταβ

1. capitanare (comandare, guidare):

capitanare nave, plotone
capitanare impresa, partito

2. capitanare (capeggiare):

capitanare rivolta
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
capitano αρσ / capitana θηλ
head up team
captain team
head team

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

capitanare [ka·pi·ta·ˈna:·re] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
captain team
head team
Presente
iocapitano
tucapitani
lui/lei/Leicapitana
noicapitaniamo
voicapitanate
lorocapitanano
Imperfetto
iocapitanavo
tucapitanavi
lui/lei/Leicapitanava
noicapitanavamo
voicapitanavate
lorocapitanavano
Passato remoto
iocapitanai
tucapitanasti
lui/lei/Leicapitanò
noicapitanammo
voicapitanaste
lorocapitanarono
Futuro semplice
iocapitanerò
tucapitanerai
lui/lei/Leicapitanerà
noicapitaneremo
voicapitanerete
lorocapitaneranno

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

È la capitana della squadra femminile di basket, ma gioca anche ad hockey sul ghiaccio e a pallavolo.
it.wikipedia.org
Nel novembre 2006 è diventata capitana della nazionale, che ha guidato alla vittoria dei mondiali del 2007.
it.wikipedia.org
È stata co-capitana della nazionale dal 1991 al 2000 e capitana dal 2000 al suo ritiro nel 2004.
it.wikipedia.org
Il bambino, succhia la vitalità del padre, e nasce già il giorno seguente, subito dopo che la capitana riprende il controllo di sé stessa.
it.wikipedia.org