Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Marktstörungsklausel
addiction

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

assuefazione [assuefatˈtsjone] ΟΥΣ θηλ

1. assuefazione (abitudine):

assuefazione
assuefazione
assuefazione al clima

2. assuefazione (dipendenza):

assuefazione
assuefazione
habit a: to
dare assuefazione
assuefazione ai narcotici
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
che assuefazione
dare assuefazione
assuefazione θηλ
assuefazione θηλ
assuefazione alla droga, al fumo

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

assuefazione [as·sue·fat·ˈtsio:·ne] ΟΥΣ θηλ

assuefazione
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
assuefazione θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il trattamento cronico con amlodipina non sembra poter indurre l'insorgenza di fenomeni di assuefazione.
it.wikipedia.org
Trimebutina non presenta rischi di assuefazione o dipendenza.
it.wikipedia.org
Così, l'assuefazione deve essere distinta dall'estinzione, che è un processo associativo.
it.wikipedia.org
È detto assuefazione il degradare degli effetti, soprattutto psichici, della medesima dose, che rende necessario aumentare la dose per produrre lo stesso effetto.
it.wikipedia.org
Presto però gli uccelli reagiscono meno, mostrando assuefazione.
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "assuefazione" σε άλλες γλώσσες