Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Ausweichen
pointed
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

poin·tiert [poɛ̃ˈti:ɐt] ΕΠΊΘ τυπικ

pointiert
pointiert

I. poin·tie·ren* [po̯ɛ̃ˈti:rən] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ (betonen)

to emphasize [or stress] [or point up] sth

II. poin·tie·ren* [po̯ɛ̃ˈti:rən] ΡΉΜΑ αμετάβ παρωχ (bei einem Glücksspiel setzen)

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
scharf pointiert τυπικ
pointiert τυπικ
pointiert
Präsens
ichpointiere
dupointierst
er/sie/espointiert
wirpointieren
ihrpointiert
siepointieren
Präteritum
ichpointierte
dupointiertest
er/sie/espointierte
wirpointierten
ihrpointiertet
siepointierten
Perfekt
ichhabepointiert
duhastpointiert
er/sie/eshatpointiert
wirhabenpointiert
ihrhabtpointiert
siehabenpointiert
Plusquamperfekt
ichhattepointiert
duhattestpointiert
er/sie/eshattepointiert
wirhattenpointiert
ihrhattetpointiert
siehattenpointiert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er ist rhetorisch begabt und selten um eine pointierte Bemerkung verlegen.
de.wikipedia.org
Als Autor und Herausgeber mehrerer vielbeachteter Werke zur Architekturgeschichte und -theorie und Autor zahlreicher Aufsätze wird seine pointierte Auffassung weit rezipiert.
de.wikipedia.org
Seine Vision von einem Dreigroschenfilm ist provokant, radikal, kompromisslos, politisch und pointiert.
de.wikipedia.org
Diese pointierte Ansicht wird allerdings in der wissenschaftlichen Jazzforschung nicht geteilt; sie hat wohl einen rassistischen Hintergrund.
de.wikipedia.org
In dem Kinofilm gelinge ihm das sogar pointierter als in 30 Fernsehfolgen.
de.wikipedia.org