Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lehrerausbildung
to intensify something

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

in·ten·si·vie·ren* [ɪntɛnziˈvi:rən] ΡΉΜΑ μεταβ

etw intensivieren
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
etw intensivieren
seine Bemühungen intensivieren
etw intensivieren
etw intensivieren

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

intensivieren ΡΉΜΑ μεταβ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

intensivieren
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
intensivieren

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

intensivieren
Präsens
ichintensiviere
duintensivierst
er/sie/esintensiviert
wirintensivieren
ihrintensiviert
sieintensivieren
Präteritum
ichintensivierte
duintensiviertest
er/sie/esintensivierte
wirintensivierten
ihrintensiviertet
sieintensivierten
Perfekt
ichhabeintensiviert
duhastintensiviert
er/sie/eshatintensiviert
wirhabenintensiviert
ihrhabtintensiviert
siehabenintensiviert
Plusquamperfekt
ichhatteintensiviert
duhattestintensiviert
er/sie/eshatteintensiviert
wirhattenintensiviert
ihrhattetintensiviert
siehattenintensiviert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Innerhalb weniger Stunden intensivierte sich das System dann zum elften tropischen Tiefdruckgebiet der pazifischen Hurrikansaison 2010.
de.wikipedia.org
Die Rezeption der europäischen antiken Romane setzte bereits im Mittelalter ein, intensivierte sich aber erst im 17. Jahrhundert.
de.wikipedia.org
Um ein Absaufen der Grubenbaue zu verhindern, musste die Wasserhaltung intensiviert und technisch ausgebaut werden.
de.wikipedia.org
Ende der 1950er Jahre begann er seine Solokarriere zu intensivieren und wandte sich der leichten Muse zu.
de.wikipedia.org
Im Verlauf der nächsten drei Tage blieb das System relativ stationär und intensivierte sich.
de.wikipedia.org