Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

RAF
to absorb something

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ab·sor·bie·ren* [apzɔrˈbi:rən] ΡΉΜΑ μεταβ

1. absorbieren (aufnehmen):

etw absorbieren

2. absorbieren τυπικ (in Anspruch nehmen):

jdn/etw absorbieren
to absorb sb/sth
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Licht absorbieren [o. οικ schlucken]

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

absorbieren
Präsens
ichabsorbiere
duabsorbierst
er/sie/esabsorbiert
wirabsorbieren
ihrabsorbiert
sieabsorbieren
Präteritum
ichabsorbierte
duabsorbiertest
er/sie/esabsorbierte
wirabsorbierten
ihrabsorbiertet
sieabsorbierten
Perfekt
ichhabeabsorbiert
duhastabsorbiert
er/sie/eshatabsorbiert
wirhabenabsorbiert
ihrhabtabsorbiert
siehabenabsorbiert
Plusquamperfekt
ichhatteabsorbiert
duhattestabsorbiert
er/sie/eshatteabsorbiert
wirhattenabsorbiert
ihrhattetabsorbiert
siehattenabsorbiert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Befürchtung, dass eine Bleischürze die Strahlung am Verlassen des Körpers hindert, ist jedoch unbegründet, da Blei die Strahlung stark absorbiert und kaum streut.
de.wikipedia.org
Von den Weltraumteleskopen abgesehen sind sie auf die Wellenlängen des Astronomischen Fensters angewiesen, in denen die Strahlung von der Erdatmosphäre nicht oder wenig absorbiert wird.
de.wikipedia.org
Er war der erste, der beobachtet hat, wie ein einzelnes Atom ein einzelnes Lichtteilchen wiederholt emittiert und absorbiert.
de.wikipedia.org
Die am Kabelende reflektierten Impulse sollten vom Quellwiderstand des Senders absorbiert werden, damit sie nicht erneut zur Last gelangen können.
de.wikipedia.org
Die Zähigkeit ist ein Maß für die absorbierte Energie bis zum Bruch bzw. die eingeschlossene Fläche im Spannungs-Dehnungs-Diagramm.
de.wikipedia.org