Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

begangener
long-haired
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

lang·haa·rig ΕΠΊΘ (lange Haare habend)

eine langhaarige Hunderasse

Lang·haa·ri·ge(r) <-n, -n; -n, -n> ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

Langhaarige(r)
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Langhaarige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n> (als Ausdruck der Weltanschauung)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Langhaarige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n> (als Ausdruck der Weltanschauung)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Hippies wurden von konservativen Kreisen und dem Mainstream als Arbeitsscheue, Gammler, Chaoten und Langhaarige diffamiert.
de.wikipedia.org
Der ihm gegenüberstehende Langhaarige ist auch dieses Mal unbewaffnet.
de.wikipedia.org
Langhaarige Fellarten beherrschten die Optik entsprechend aufgewerteter Modelle.
de.wikipedia.org
Die Antwort von Teilen der Gesellschaft bestand darin, „Langhaarige“ als Nichtstuer und Gammler zu beschimpfen.
de.wikipedia.org
Die Gruppe wurde eher in rechten Skinhead-Kreisen rezipiert und öffnete durch ihr Aussehen und ihre eindeutigen Texte die Szene auch für Langhaarige.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "langhaarige" σε άλλες γλώσσες

"langhaarige" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά