Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Idealen
motor vehicle

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kraft·fahr·zeug <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΑΥΤΟΚ

Kraftfahrzeug τυπικ
motor vehicle τυπικ
Betriebskosten von Kraftfahrzeug, Maschine
ein Kraftfahrzeug/einen Zug führen
stehen bleiben [o. stehenbleiben] Kraftfahrzeug, Zug a.
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kraftfahrzeug ουδ <-(e)s, -e>
Kraftfahrzeug ουδ <-(e)s, -e>
Kraftfahrzeug ουδ <-(e)s, -e>
Kraftfahrzeug ουδ <-(e)s, -e>
Kraftfahrzeug ουδ <-(e)s, -e>

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kraftfahrzeug-Verkehrsaufkommen ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

Kraftfahrzeug-Verkehrsaufkommen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kraftfahrzeug-Verkehrsaufkommen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

stehen bleiben [o. stehenbleiben] Kraftfahrzeug, Zug a.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das Schaltgetriebe ist auch heute noch die am häufigsten anzutreffende Getriebeart in Kraftfahrzeugen.
de.wikipedia.org
In dieser Ausbesserungswerkstätte für Kraftfahrzeuge waren auch zahlreiche jüdische Zwangsarbeiter beschäftigt.
de.wikipedia.org
Nur für Wenige gab es Kraftfahrzeuge zur Flucht.
de.wikipedia.org
Die Insel gilt als autoluw, das heißt, nur Einwohner können eine Genehmigung zum Betrieb eines Kraftfahrzeugs beantragen.
de.wikipedia.org
Eine Fußlenkung von vierrädrigen Straßen-Kraftfahrzeugen wird von Fahrern mit einer Einschränkung der Handfunktion oder einer Armbehinderung verwendet.
de.wikipedia.org