Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

лениво
insignificance
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ge·ring··gig·keit <-, -en> ΟΥΣ θηλ

Geringfügigkeit
insignificance no αόρ άρθ, no πλ
Geringfügigkeit
slightness no αόρ άρθ, no πλ
Geringfügigkeit
triviality no αόρ άρθ, no πλ
wegen Geringfügigkeit eingestellt werden ΝΟΜ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Geringfügigkeit θηλ <-, -en>
Geringfügigkeit θηλ <-, -en>
slimness of chances, profits
Geringfügigkeit θηλ <-, -en>
Geringfügigkeit θηλ <-, -en>
die Geringfügigkeit des Vergehens
Geringfügigkeit θηλ <-, -en>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

wegen Geringfügigkeit eingestellt werden ΝΟΜ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ein Betrugsvorwurf aus dem Jahre 2004 wurde wegen Geringfügigkeit eingestellt.
de.wikipedia.org
Die Staatsanwaltschaft kann im Ermittlungsverfahren ein Verfahren wegen Geringfügigkeit gem.
de.wikipedia.org
Wegen der Geringfügigkeit des Deliktes waren keine Sicherheitsvorkehrungen getroffen und die Beteiligten nicht durchsucht worden.
de.wikipedia.org
Viele Ermittlungsverfahren enden auch mit einer Verfahrenseinstellung wegen Geringfügigkeit (§§ 153, 153a StPO).
de.wikipedia.org
In vielen Medien wurde sie wegen ihrer Stasiverpflichtung, die ihr ungeachtet des gesellschaftlichen Kontextes, der Geringfügigkeit und langjähriger Selbstüberwachung – dokumentiert in 42 Aktenordnern – zum Vorwurf gemacht wurde, hart kritisiert.
de.wikipedia.org