Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

näherungswert
Jailer
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ge·fäng·nis·wär·ter(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)

Gefängniswärter → Gefängnisaufseher

Ge·fäng·nis·auf·se·her(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)

prison officer [or warder] βρετ
jailer απαρχ
corrections officer αμερικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Gefängniswärter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Gefängniswärter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
[Gefängnis]wärter(in) αρσ (θηλ)
[Gefängnis]wärter(in) αρσ (θηλ)
prison guard αμερικ
Gefängniswärter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Bis dahin waren Geisteskranke je nach Gefährlichkeit in Gefängnissen oder öffentlichen Armenhäusern untergebracht; Gefängniswärter verdienten sich gelegentlich sogar ein Zubrot durch Besichtigungstouren für Neugierige.
de.wikipedia.org
Der einzig mögliche Fluchtweg führt durch die Krankenstation, doch das Gebäude, von dem der einzige Fluchtweg auszugehen scheint, ist der Aufenthaltsraum der Gefängniswärter.
de.wikipedia.org
Der Sheriff war damals für das Gefängnis verantwortlich und der Hilfssheriff übernahm üblicherweise ganz die Rolle eines Gefängniswärters.
de.wikipedia.org
Drei der verbliebenen Angeklagte wurden zum Tode verurteilt, ein Gefängniswärter erhielt zehn Jahre Zwangsarbeit.
de.wikipedia.org
Er soll auch schon früher Gefängniswärter geschlagen haben und dafür keine Strafe bekommen haben.
de.wikipedia.org