Wei·den·ge·flecht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
-
- wickerwork no πλ
Son·nen·ge·flecht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΑΝΑΤ
So·zi·al·ge·flecht ΟΥΣ ουδ
Ge·flecht <-[e]s, -e> [gəˈflɛçt] ΟΥΣ ουδ
1. Geflecht (Flechtwerk):
Draht·ge·flecht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
Rohr·ge·flecht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
-
- wickerwork no άρθ, no πλ
Korb·ge·flecht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
Ei·sen·ge·halt <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΗΜ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.