Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sengraisser
tranquilizers

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. tranquillisant (tranquillisante) [tʀɑ̃kilizɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

tranquillisant paroles, effet:

tranquillisant (tranquillisante)

II. tranquillisant ΟΥΣ αρσ

tranquillisant αρσ:

tranquillizer βρετ
abuser des tranquillisants
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
être sous tranquillisants
mettre [qn] sous tranquillisants

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

tranquillisant [tʀɑ̃kilizɑ̃] ΟΥΣ αρσ

tranquillisant(e) [tʀɑ̃kilizɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

tranquillisant [tʀɑ͂kilizɑ͂] ΟΥΣ αρσ

tranquillisant(e) [tʀɑ͂kilizɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Bill fait ensuite le tour de chaque cellule et injecte des tranquillisants à tous les détenus pour les préparer à l'opération.
fr.wikipedia.org
Il dépense son revenu minimum à boire, mélangeant parfois alcools et tranquillisants, et trouve occasionnellement des petits emplois de ferrailleur ou de maçon.
fr.wikipedia.org
Certains témoignages la décrivent sous l'influence de tranquillisants.
fr.wikipedia.org
Il est par ailleurs familier avec de nombreux poisons exotiques et tranquillisants, qu'il utilise souvent lors de ses chasses.
fr.wikipedia.org
Le diazépam a eu un grand succès et est encore aujourd'hui l'un des tranquillisants les plus utilisés au monde.
fr.wikipedia.org