Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

表达法
Säbel
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

sa·ber ΟΥΣ αμερικ

saber → sabre

I. sa·bre [ˈseɪbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ esp βρετ, αυστραλ

1. sabre (sword):

Säbel αρσ <-s, ->

2. sabre ΑΘΛ:

Säbel αρσ <-s, ->

II. sa·bre [ˈseɪbəʳ, αμερικ -ɚ] ΕΠΊΘ ΑΘΛ

Säbelfechten ουδ <-s> kein pl

I. sa·bre [ˈseɪbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ esp βρετ, αυστραλ

1. sabre (sword):

Säbel αρσ <-s, ->

2. sabre ΑΘΛ:

Säbel αρσ <-s, ->

II. sa·bre [ˈseɪbəʳ, αμερικ -ɚ] ΕΠΊΘ ΑΘΛ

Säbelfechten ουδ <-s> kein pl

ˈsa·bre saw, ˈsa·ber saw αμερικ ΟΥΣ

Säbelsäge θηλ <-, -n>

ˈsa·bre-rat·tling ΟΥΣ μειωτ

Säbelrasseln ουδ <-s> μειωτ

sa·bre-toothed ˈcat, sa·bre-toothed ˈti·ger ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
saber-rattling αμερικ
saber saw αμερικ
sabre βρετ
saber αμερικ
to rattle one's sabre [or αμερικ -er]

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

As indicated by high instances of broken teeth, the biotic environment of saber-toothed cats was one marked by intense competition.
en.wikipedia.org
Saber decided to use the original engine for the gameplay and its own for the visuals, despite the compatibility problems this solution presented.
en.wikipedia.org
He is highly skilled in martial arts and uses either a saber or a spear in battle.
en.wikipedia.org
His human form is that of a young man holding a saber, but his true form is that of a thrush.
en.wikipedia.org
Organizational sabers are authorized if assigned or affiliated to the regiment.
en.wikipedia.org