Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gebackenes
Haselnuss

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

cob1 [kɒb, αμερικ kɑ:b] ΟΥΣ

cob (nut) συντομογραφία: cobnut

cob
Haselnuss θηλ

ˈcob·nut ΟΥΣ

Haselnuss θηλ

cob2 [kɒb, αμερικ kɑ:b] ΟΥΣ

cob συντομογραφία: corncob

cob
Kolben αρσ <-s, ->

ˈcorn·cob ΟΥΣ

Maiskolben αρσ <-s, ->
Kukuruz αρσ <-(es)> A

cob3 [kɒb, αμερικ kɑ:b] ΟΥΣ

1. cob (horse):

cob
Haflinger αρσ

2. cob βρετ (bread):

cob
Laib αρσ <-(e)s, -e>

3. cob (swan):

cob

4. cob βρετ (for building walls):

cob
Strohlehm αρσ
corn on the cob
Maiskolben αρσ <-s, ->
corn on the cob
Kukuruz αρσ <-(es)> A
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
cob

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

corn on the cob
Maiskolben αρσ <-s, ->
corn on the cob
Kukuruz αρσ <-(es)> A

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

While the traditional wood-fired oven is a masonry oven, such ovens can also be built out of adobe, cob or cast iron.
en.wikipedia.org
The production of gold cobs continued until 1750, after which time they were completely replaced by milled coinage.
en.wikipedia.org
Most cobs were soon melted down to produce coins, jewelry, etc.
en.wikipedia.org
A replica of their original cob cottage is on the grounds.
en.wikipedia.org
They also use solar drying, and have a cob oven.
en.wikipedia.org