Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: pries , preisen και pressen

pressen [ˈprɛsən] VERB μεταβ

1. pressen ΤΕΧΝΟΛ:

2. pressen (Obst, Wein):

3. pressen (drücken):

4. pressen ΤΥΠΟΓΡ:

pries [priːs]

pries απλ παρελθ von preisen

Βλέπε και: preisen

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский