Γαλλικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „s'intensifier“ στο λεξικό Γαλλικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Γαλλικά)

II . intensifier [ɛ͂tɑ͂sifje] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Γαλλικά
Le cyclone faiblit mais il peut très bien s'intensifier à nouveau ultérieurement.
fr.wikipedia.org
La douleur peut s'intensifier en cas d'exposition à une basse température.
fr.wikipedia.org
Mais ceci n'est que provisoire et les persécutions vont rapidement s'intensifier.
fr.wikipedia.org
La rivalité a réellement commencé à s'intensifier lorsque les deux équipes sont devenus adversaires de division dès 1970, les faisant s'affronter deux fois par saison.
fr.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina