Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: kilo , killjoy , kilowatt , kilt , kiln , kill , flavor και killer

kilo [ˈki:ləʊ] ΟΥΣ

kila θηλ
kilogram αρσ

kill·joy [ˈkɪlʤɔɪ] ΟΥΣ

I . kill·er [ˈkɪləʳ] ΟΥΣ

1. killer:

morilec(morilka) αρσ (θηλ)
ubijalec(ubijalka) αρσ (θηλ)
vzrok αρσ smrti

3. killer οικ (difficult thing):

4. killer αμερικ:

vrhunec [or višek] αρσ vsega

II . kill·er [ˈkɪləʳ] ΕΠΊΘ

1. killer προσδιορ (deadly):

2. killer οικ (excellent):

killer αμερικ αυστραλ car, job, party

fla·vor ΟΥΣ ΡΉΜΑ μεταβ αμερικ

flavor → flavour:

Βλέπε και: flavour

I . fla·vour [ˈfleɪvəʳ] ΟΥΣ

II . fla·vour [ˈfleɪvəʳ] ΡΉΜΑ μεταβ

I . kill [kɪl] ΟΥΣ no πλ

1. kill (act) of animal:

2. kill hunt (prey):

lovski plen αρσ
ulov αρσ
odstrel αρσ

3. kill ΣΤΡΑΤ:

kill οικ
kill οικ

II . kill [kɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. kill (end life):

ubijati [στιγμ ubiti]

2. kill μτφ οικ (hurt):

strašansko boleti [στιγμ zaboleti]

III . kill [kɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

8. kill οικ (tire):

zdelavati [στιγμ zdelati]

kiln [kɪln, kɪl] ΟΥΣ

kilt [kɪlt] ΟΥΣ

kilt αρσ

kilo·watt [ˈkɪlə(ʊ)wɒt] ΟΥΣ

kilovat αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina