arguing στο Oxford Spanish Dictionary

Μεταφράσεις για arguing στο λεξικό Αγγλικά»Ισπανικά (Μετάβαση προς Ισπανικά»Αγγλικά)

1. argue:

reñir esp Ισπ
they're always arguing
Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για arguing στο λεξικό Ισπανικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ισπανικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
to counter-argue τυπικ
estar de pleito Μεξ
to be arguing
we ended up fighting o arguing

arguing στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για arguing στο λεξικό Αγγλικά»Ισπανικά (Μετάβαση προς Ισπανικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για arguing στο λεξικό Ισπανικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ισπανικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

arguing Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

it's not worth arguing about!
to argue the toss οικ
that's how it is, and no arguing!
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
He described it as a work of imperishable significance, arguing that it called on people to master the riddle of life.
en.wikipedia.org
There is also academic commentary that rejects the notion of substantive natural justice, arguing that it is too vague and leads to problems in application.
en.wikipedia.org
Arguing for these connections is at least partially an outgrowth of the green building movement with its emphasis on new construction.
en.wikipedia.org
Lots of folks have been arguing that the grain market rally of 2012 is over, and there's not much chance of any upside.
www.producer.com
Soon after, he and his friends, stuck in a heatwave, begin arguing with each other.
en.wikipedia.org
His economic thinking was often out of kilter with his colleagues: he advocated exchange rate fluidity when most were arguing for the status quo.
en.wikipedia.org
While the two are arguing the primary generator breaks down, rendering it useless and the 4077th in the dark with no means of electrical power.
en.wikipedia.org
She criticized the city's tax assessment reform plan in 1999, arguing that it was unfair to businesses that had previously overpaid.
en.wikipedia.org
Arguing one way one day, and another later, can be defended by casuistry, i.e. by saying the cases are different.
en.wikipedia.org
One of its guiding ideals is to fight against corruption, arguing that it is one of the main causes of under development and voter apathy.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "arguing" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | 中文