Oxford Spanish Dictionary
imperativo1 (imperativa) ΕΠΊΘ
1. imperativo ΓΛΩΣΣ:
- imperativo (imperativa) modo/frase
-
2. imperativo voz/tono:
- imperativo (imperativa)
-
- imperativo (imperativa)
-
imperativo2 ΟΥΣ αρσ
1. imperativo ΓΛΩΣΣ:
- imperativo
-
2. imperativo (exigencia):
- imperativo
-
-
- imperativo
- imperative τυπικ
- imperativo
- imperative mood
- imperativo
- imperative sentence
- en imperativo
-
- imperativo αρσ
-
- imperativo αρσ
-
- imperativo αρσ
στο λεξικό PONS
imperativo (-a) ΕΠΊΘ
1. imperativo:
- imperativo (-a) (autoritario)
-
2. imperativo:
- imperativo (-a) (obligatorio)
-
imperativo ΟΥΣ αρσ
1. imperativo ΓΛΩΣΣ:
- imperativo
-
2. imperativo πλ (necesidad):
- imperativo
-
-
- imperativo, -a
-
- imperativo αρσ
imperativo [im·pe·ra·ˈti·βo] ΟΥΣ αρσ
1. imperativo ΓΛΩΣΣ:
- imperativo
-
2. imperativo πλ (necesidad):
- imperativo
-
imperativo (-a) [im·pe·ra·ˈti·βo, -a] ΕΠΊΘ
- imperativo (-a)
-
-
- imperativo, -a
-
- imperativo αρσ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.