Oxford Spanish Dictionary
autoritario (autoritaria) ΕΠΊΘ
1. autoritario gobierno/doctrina:
- autoritario (autoritaria)
-
2. autoritario persona/carácter:
- autoritario (autoritaria)
-
-
- autoritario
- magisterial wave/command
- autoritario
-
- autoritario
-
- autoritario
-
- autoritario
- masterful manner/gesture
- autoritario
- peremptory person/manner
- autoritario
-
- autoritario
στο λεξικό PONS
autoritario (-a) ΕΠΊΘ
- autoritario (-a)
-
-
- autoritario(-a) αρσ (θηλ)
-
- autoritario, -a
-
- autoritario, -a
- magisterial tone, way
- autoritario, -a
-
- autoritario, -a
autoritario (-a) [au·to·ri·ˈta·rjo, -a] ΕΠΊΘ
- autoritario (-a)
-
-
- autoritario(-a) αρσ (θηλ)
-
- autoritario, -a
- magisterial tone, way
- autoritario, -a
-
- autoritario, -a
- peremptory person
- autoritario, -a
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.