Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

schwedische
shrinking

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

schrump·fen [ˈʃrʊmpfn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. schrumpfen (einschrumpfen):

[auf etw αιτ] schrumpfen
to shrink [to sth]
[auf etw αιτ] schrumpfen (Ballon)
[auf etw αιτ] schrumpfen (Frucht)
[auf etw αιτ] schrumpfen (Frucht)
[auf etw αιτ] schrumpfen (Muskeln)

2. schrumpfen (zurückgehen):

[um etw αιτ/auf etw αιτ] schrumpfen
to shrink [or dwindle] [by/to sth]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
dwindle money, supplies
Schrumpfen ουδ
dry up funds

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

schrumpfende Gewinne phrase ΛΟΓΙΣΤ

schrumpfende Gewinne

schrumpfen ΡΉΜΑ αμετάβ CTRL

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
schrumpfende Gewinne αρσ πλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
ichschrumpfe
duschrumpfst
er/sie/esschrumpft
wirschrumpfen
ihrschrumpft
sieschrumpfen
Präteritum
ichschrumpfte
duschrumpftest
er/sie/esschrumpfte
wirschrumpften
ihrschrumpftet
sieschrumpften
Perfekt
ichhabegeschrumpft
duhastgeschrumpft
er/sie/eshatgeschrumpft
wirhabengeschrumpft
ihrhabtgeschrumpft
siehabengeschrumpft
Plusquamperfekt
ichhattegeschrumpft
duhattestgeschrumpft
er/sie/eshattegeschrumpft
wirhattengeschrumpft
ihrhattetgeschrumpft
siehattengeschrumpft

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

[um etw αιτ/auf etw αιτ] schrumpfen
to shrink [or dwindle] [by/to sth]