Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

knolle
nodule

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Knol·le <-, -n> [ˈknɔlə] ΟΥΣ θηλ

1. Knolle ΒΟΤ, ΑΝΑΤ:

Knolle
Knolle
Knolle Kartoffel
Knolle Krokus
corm ειδικ ορολ

2. Knolle οικ (rundliche Verdickung):

Knolle

3. Knolle χιουμ (Nase):

Knolle
Knolle
conk βρετ χιουμ οικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>
Knolle θηλ <-, -n>

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

(Wurzel-)Knolle (Erdstamm zur Knolle ausgebildet, z. B. Kartoffel)
Knolle
flachkugelige Knolle (z. B. Gladiole, Krokus)
(Blatt)knolle θηλ
(Stamm)knolle θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Wie Ohr- oder Glanzfasanen durchgraben Wallichfasanen den Boden nach Knollen oder Wurzeln, so dass teils tiefe Löcher entstehen.
de.wikipedia.org
Sie lagert Wurzeln und Knollen in ihrem unterirdischen Bau, dabei kann sie bis zu 2 Kilogramm einlagern.
de.wikipedia.org
Die Tiere leben vor allem am Boden und ernähren sich in großen Anteilen von Insekten und Insektenlarven, hinzu kommen Früchte und stärkereiche Knollen und Wurzeln.
de.wikipedia.org
Sowohl die Samen der vielen Blütenpflanzen als auch die die Knollen und Wurzeln vieler Wildblumen lieferten den Unterhalt der Bevölkerung dieser Gebiete.
de.wikipedia.org
Angebaut werden Mais, Sorghum, (Knollen-)Gemüse und vor allem Zwiebeln, deren Verkauf eine wichtige Einnahmequelle darstellt.
de.wikipedia.org