I. bar·ba·risch [barˈba:rɪʃ] ΕΠΊΘ
1. barbarisch μειωτ (unmenschlich):
2. barbarisch οικ (grässlich):
3. barbarisch οικ (unerhört):
4. barbarisch ΙΣΤΟΡΊΑ:
II. bar·ba·risch [barˈba:rɪʃ] ΕΠΊΡΡ
1. barbarisch (grausam):
2. barbarisch οικ (entsetzlich):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.