Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Deputati
asphalt
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

as·phal·tie·ren* [asfalˈti:rən] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
asphaltiert
to pave over sth (with asphalt)
etw asphaltieren [o. ειδικ ορολ makadamisieren]
Präsens
ichasphaltiere
duasphaltierst
er/sie/esasphaltiert
wirasphaltieren
ihrasphaltiert
sieasphaltieren
Präteritum
ichasphaltierte
duasphaltiertest
er/sie/esasphaltierte
wirasphaltierten
ihrasphaltiertet
sieasphaltierten
Perfekt
ichhabeasphaltiert
duhastasphaltiert
er/sie/eshatasphaltiert
wirhabenasphaltiert
ihrhabtasphaltiert
siehabenasphaltiert
Plusquamperfekt
ichhatteasphaltiert
duhattestasphaltiert
er/sie/eshatteasphaltiert
wirhattenasphaltiert
ihrhattetasphaltiert
siehattenasphaltiert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Boxenstopp-Route für Radler führt durch ebenes Gelände auf fast ausschließlich verkehrsarmen Landstraßen, welche überwiegend asphaltiert sind.
de.wikipedia.org
2001 waren von 1074 Kilometer Straßen nur 387 Kilometer asphaltiert.
de.wikipedia.org
Dieser Weg ist jetzt der Vattarnesvegur und größtenteils asphaltiert.
de.wikipedia.org
Da die Boxengasse nicht asphaltiert war, sondern der Streckenbelag hier aus Kopfsteinpflaster bestand, wurde das Boxengassen-Tempolimit von 50 km/h auf 30 km/h reduziert.
de.wikipedia.org
Diese asphaltierte, nur 3,27 km kurze Prüfung nahm keinen Einfluss auf die Startreihenfolge des nächsten Tages.
de.wikipedia.org