Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Long
inbreeding

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

In·zucht <-, -en> [ˈɪntsʊxt] ΟΥΣ θηλ

Inzucht

ιδιωτισμοί:

verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
sod [or damn] it!
verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
the hell with it πολύ οικ!
verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
βρετ a. bugger! χυδ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Inzucht θηλ <-, -en>

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Inzucht

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
sod [or damn] it!
verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
the hell with it πολύ οικ!
verfluchte Inzucht! χυδ αργκ
βρετ a. bugger! χυδ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dieser gibt an, mit welchem Prozentsatz an Inzucht das Genom des Tieres belastet ist.
de.wikipedia.org
Unter der Inzuchtdepression versteht man das Phänomen, dass bei steigender Inzucht eine Reduktion der Fitness (Fruchtbarkeit, Infektionsresistenz, Lebensdauer etc.) feststellbar ist.
de.wikipedia.org
Absichtliche Inzucht, inklusive Mutter × Sohn-, Vater × Tochter- und Bruder × Schwester-Verpaarung, wird als ein weiterer Grund für das häufige Auftreten von Erbkrankheiten bei vielen Rassen genannt.
de.wikipedia.org
Der Bestand wurde allein durch Inzucht innerhalb der kleinen Population gesichert und vergrößert.
de.wikipedia.org
Rückverpaarung bzw. Rückkreuzung sind also Formen der Inzucht, die zur Herstellung von Inzuchtlinien vorgenommen werden.
de.wikipedia.org