commercial(e) <-aux> [kɔmɛʀsjal] ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. commercial:
- commercial(e)
-
2. commercial (représentant):
- commercial(e)
-
commercial(e) <-aux> [kɔmɛʀsjal, jo] ΕΠΊΘ
1. commercial (relatif au commerce):
- commercial(e) relation, activité, entreprise
-
- centre commercial
- Einkaufszentrum ουδ
- vie commerciale d'une ville, région
- Geschäftsleben ουδ
- réussite commerciale, succès commercial
- Verkaufserfolg αρσ
- réussite commerciale, succès commercial
-
- avion commercial
- Verkehrsflugzeug ουδ
- avion commercial
- Verkehrsmaschine θηλ
2. commercial μειωτ:
- commercial(e) film, télévision, œuvre
-
commercial αρσ
- commercial
-
commercial ΕΠΊΘ
para-commercial(e) <-aux> [paʀakɔmɛʀsjal, jo] ΕΠΊΘ
- para-commercial(e)
-
I. technicocommercialNO(e) <technicocommerciaux> [tɛknikokɔmɛʀsjal, jo], technico-commercialOT <technico-commerciaux> ΕΠΊΘ
II. technicocommercialNO(e) <technicocommerciaux> [tɛknikokɔmɛʀsjal, jo], technico-commercialOT <technico-commerciaux> ΟΥΣ αρσ(θηλ) ΕΜΠΌΡ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- centre commercial
- Einkaufszentrum ουδ
- droit commercial
- monopole commercial
- avion commercial
- fonds commercial
- Geschäftswert αρσ