Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

prophéties
supplemento

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. surcharge [βρετ ˈsəːtʃɑːdʒ, αμερικ ˈsərˌtʃɑrdʒ] ΟΥΣ

1. surcharge:

surcharge

2. surcharge ΗΛΕΚ:

surcharge

3. surcharge (on a stamp):

surcharge

II. surcharge [βρετ ˈsəːtʃɑːdʒ, αμερικ ˈsərˌtʃɑrdʒ] ΡΉΜΑ μεταβ

surcharge person:

surcharge
foreign imports before ουσ ban, cost, price, quota, surcharge, surplus
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to surcharge
surcharge
surcharge
surcharge
sovraccarico ΤΕΧΝΟΛ, ΗΛΕΚ
surcharge
surcharge

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. surcharge [ˈsɜ:r·tʃɑ:rdʒ] ΟΥΣ

surcharge

II. surcharge [ˈsɜ:r·tʃɑ:rdʒ] ΡΉΜΑ μεταβ

surcharge
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
surcharge
surcharge
surcharge payable on fast trains
surcharge on arrears
Present
Isurcharge
yousurcharge
he/she/itsurcharges
wesurcharge
yousurcharge
theysurcharge
Past
Isurcharged
yousurcharged
he/she/itsurcharged
wesurcharged
yousurcharged
theysurcharged
Present Perfect
Ihavesurcharged
youhavesurcharged
he/she/ithassurcharged
wehavesurcharged
youhavesurcharged
theyhavesurcharged
Past Perfect
Ihadsurcharged
youhadsurcharged
he/she/ithadsurcharged
wehadsurcharged
youhadsurcharged
theyhadsurcharged

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Several of these values were surcharged between 1908 and 1910.
en.wikipedia.org
The project would be funded by ticket surcharge fees, federal, state, and airport matching funds.
en.wikipedia.org
At the same time, they rejected a counter proposal for applying a ticket surcharge to pay the cost.
en.wikipedia.org
There can be only two surcharges at a time.
en.wikipedia.org
Shortages in 1890, 1891, and 1892 necessitated more surcharges.
en.wikipedia.org