Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

neither’
sottomesso, -a

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

submissive [βρετ səbˈmɪsɪv, αμερικ səbˈmɪsɪv] ΕΠΊΘ

submissive person, attitude
submissive behaviour
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
submissive
to be submissive to sb
submissive
sottomettere persona
to render [sb] submissive
submissive, rebellious attitude

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

submissive [səb·ˈmɪ·sɪv] ΕΠΊΘ

submissive
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
submissive
submissive

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Courtship takes place in a series of behavioral interactions that include a variety of snout rubbing and submissive display that can take a long time.
en.wikipedia.org
Finally, some people switch, taking either a dominant or submissive role on different occasions.
en.wikipedia.org
I felt totally powerless over my life, forced into a very submissive role where all control of my life belonged to someone else.
en.wikipedia.org
If the dominant male then dies, this submissive male will then develop the full finnage.
en.wikipedia.org
After this he remained for some time among them, ravaging every neighbour who was not submissive to him.
en.wikipedia.org