Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

daccostage
rigore

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. rigour, rigor [βρετ ˈrɪɡə, αμερικ ˈrɪɡər] ΟΥΣ

rigour (severity)
rigore αρσ
rigour (severity)
severità θηλ
rigore αρσ
precisione θηλ
the rigour of the law

II. rigours ΟΥΣ

rigours npl (hardship):

rigori αρσ

rigor

rigor → rigour

I. rigour, rigor [βρετ ˈrɪɡə, αμερικ ˈrɪɡər] ΟΥΣ

rigour (severity)
rigore αρσ
rigour (severity)
severità θηλ
rigore αρσ
precisione θηλ
the rigour of the law

II. rigours ΟΥΣ

rigours npl (hardship):

rigori αρσ

rigor mortis [βρετ ˈmɔːtɪs, αμερικ ˌrɪɡər ˈmɔrdəs] ΟΥΣ

rigor mortis αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rigour βρετ
rigor αμερικ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

rigor [ˈrɪ·gɚ] ΟΥΣ

rigore αρσ
rigori αρσ pl

rigor mortis [ˌrɪ··ˈmɔ:r·t̬ɪs] ΟΥΣ ΙΑΤΡ

rigor mortis αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

However, in 1983 the initial bad economic results forced the government to renounce dirigisme and start the era of "rigueur" (rigour).
en.wikipedia.org
It is high time these misconceptions are addressed with academic rigour.
en.wikipedia.org
A century of intellectual rigour turned in on itself.
en.wikipedia.org
The question of rigour he addressed by recourse to commutative algebra.
en.wikipedia.org
Coverage is a means of determining the rigour with which the question underlying the test has been answered.
en.wikipedia.org