Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ärztin
organismo

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

organism [βρετ ˈɔːɡ(ə)nɪz(ə)m, αμερικ ˈɔrɡəˌnɪzəm] ΟΥΣ (all contexts)

organism
organismo αρσ
fossil organism
immune person, organism
immune (to da)
living organism, legend, symbol
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
organism
organism
multicellular organism
human organism
unicellular organism
vegetal organism
living organism
organism

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

organism [ˈɔ:r···zəm] ΟΥΣ

organism
organismo αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
organism

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

An organism that learns gets to sample several different phenotypes during its early development, and later sticks to whatever worked best.
en.wikipedia.org
The green sea urchin prefers to eat seaweeds but will eat other organisms that float by or even catch small fish.
en.wikipedia.org
This isopod is a troglobite, an organism that spends its entire life in subterranean caves.
en.wikipedia.org
Some involve water or even the growth of organisms.
en.wikipedia.org
The total relationship of the organism and the environment and the minds function/place in this union is at question.
en.wikipedia.org