Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ouvrants
bevande alcoliche

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. booze [βρετ buːz, αμερικ buz] ΟΥΣ οικ

booze
to be on the booze
he's off the booze

II. booze [βρετ buːz, αμερικ buz] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

booze

booze-up [βρετ, αμερικ ˈbuzˌəp] ΟΥΣ βρετ οικ

booze-up
bevuta θηλ
booze-up
sbornia θηλ
booze-up
bisboccia θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to booze
booze-up βρετ
(alcoholic) drink, booze οικ
booze οικ
to (be on the) booze οικ
booze-up
what a booze-up! what a bender!
booze-up
a booze-up βρετ οικ
scuffia οικ
booze-up

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. booze [bu:z] ΟΥΣ οικ

booze
bevande θηλ alcoliche pl
to be on the booze

II. booze [bu:z] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

booze
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to booze
to booze
Present
Ibooze
youbooze
he/she/itboozes
webooze
youbooze
theybooze
Past
Iboozed
youboozed
he/she/itboozed
weboozed
youboozed
theyboozed
Present Perfect
Ihaveboozed
youhaveboozed
he/she/ithasboozed
wehaveboozed
youhaveboozed
theyhaveboozed
Past Perfect
Ihadboozed
youhadboozed
he/she/ithadboozed
wehadboozed
youhadboozed
theyhadboozed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Like the booze hound accidentally releasing a whole bunch of fleas on the poor puppy.
en.wikipedia.org
Because of her previous experiences in life, she is highly distrustful of men and spends her days smoking, taking drugs and booze.
en.wikipedia.org
They worked hard, lived hard and boozed hard.
en.wikipedia.org
Joe is demoted due to poor performance brought on by too much booze.
en.wikipedia.org
The camp is on 25 acres and includes cabins originally used for booze running and gambling.
en.wikipedia.org