Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

double dutch
de madera

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

wooden [αμερικ ˈwʊdn, βρετ ˈwʊd(ə)n] ΕΠΊΘ

1. wooden (made of wood):

wooden
the Wooden Horse

2. wooden (stiff):

wooden expression/manner
wooden smile
a wooden performance

wooden leg ΟΥΣ

wooden leg
pata θηλ de palo οικ

wooden-headed [αμερικ ˈwʊdnˌhɛdɪd, βρετ ˌwʊd(ə)nˈhɛdɪd] ΕΠΊΘ οικ

wooden-headed
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
wooden spoon
wooden leg
acartonado (acartonada) actuación/interpretación
wooden
wooden pot
guacal Κολομβ Μεξ Ven
wooden crate
wooden post

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

wooden [ˈwʊdn] ΕΠΊΘ

1. wooden (made of wood):

wooden
wooden leg
pata θηλ de palo

2. wooden (awkward):

wooden
wooden smile
wooden flooring
entablado αρσ
wooden railing
cerco αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
wooden bowl
wooden bowl
wooden box
wooden shoe
pequepeque αρσ Περού
long, wooden motor canoe
wooden platform
wooden stirrer
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

wooden [ˈwʊd·ən] ΕΠΊΘ

1. wooden (made of wood):

wooden
wooden leg
pata θηλ de palo

2. wooden (awkward):

wooden
wooden smile
wooden flooring
entablado αρσ
wooden railing
cerco αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
wooden bowl
wooden bowl
wooden box
wooden spoon
wooden
wooden leg
wooden

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

wooden railing
cerco αρσ
wooden flooring
entablado αρσ
wooden leg
pata θηλ de palo

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The current wooden bridge was built in 173239.
en.wikipedia.org
The church is built on location of old wooden church from 1690.
en.wikipedia.org
There is some evidence that a wooden church stood in its place in 1308.
en.wikipedia.org
The people worked in agriculture and their houses were built on wooden poles ("rumah panggung").
en.wikipedia.org
He built a wooden castle of the type known as motte-and-bailey.
en.wikipedia.org