Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Grecque
derramar

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. slop <μετ ενεστ slopping; παρελθ, μετ παρακειμ slopped> [αμερικ slɑp, βρετ slɒp] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. slop (spill):

slop
slop

2. slop (splash):

to slop around or about person:
to slop around or about water:

3. slop (slouch):

to slop around or about

II. slop <μετ ενεστ slopping; παρελθ, μετ παρακειμ slopped> [αμερικ slɑp, βρετ slɒp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. slop (spill):

slop οικ
slop οικ

2. slop (pour):

slop

III. slop [αμερικ slɑp, βρετ slɒp] ΟΥΣ

1. slop (disgusting food):

slop οικ, μειωτ
bazofia θηλ
slop οικ, μειωτ
porquería θηλ

2. slop οικ (sentimental rubbish):

slop

3.1. slop <slops, pl > (waste liquid):

slop

3.2. slop <slops, pl > βρετ (excrement):

slop basin, slop bowl ΟΥΣ βρετ

slop basin

I. slop out ΡΉΜΑ [αμερικ slɑp -, βρετ slɒp -] (v + adv) βρετ

slop out
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to slop around
slop αμερικ οικ

στο λεξικό PONS

I. slop [slɒp, αμερικ slɑ:p] ΡΉΜΑ μεταβ -pp- οικ

slop

II. slop [slɒp, αμερικ slɑ:p] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

slop
to slop about [or around]

III. slop [slɒp, αμερικ slɑ:p] ΟΥΣ

1. slop χωρίς πλ οικ (watery food):

slop
aguachirle θηλ

2. slop pl (waste liquid):

slop

slop out ΡΉΜΑ αμετάβ βρετ

slop out
στο λεξικό PONS

I. slop <-pp-> [slap] ΟΥΣ

1. slop οικ (watery food):

slop
aguachirle θηλ

2. slop pl (waste liquid):

slop

II. slop <-pp-> [slap] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

slop
to slop about [or around]

III. slop <-pp-> [slap] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

slop
Present
Islop
youslop
he/she/itslops
weslop
youslop
theyslop
Past
Islopped
youslopped
he/she/itslopped
weslopped
youslopped
theyslopped
Present Perfect
Ihaveslopped
youhaveslopped
he/she/ithasslopped
wehaveslopped
youhaveslopped
theyhaveslopped
Past Perfect
Ihadslopped
youhadslopped
he/she/ithadslopped
wehadslopped
youhadslopped
theyhadslopped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

She also agreed to eat slop for the next thirty days.
en.wikipedia.org
Earlier uses may have included emptying undrunk cold tea into the slop bowl before refilling the cup with fresh, hot tea.
en.wikipedia.org
The lower the input precision, the more slop is allowed in the final check on the latitude zone letter.
en.wikipedia.org
The report also criticised the fact that inmates were still slopping out, because of poor sanitation facilities at the jail.
en.wikipedia.org
Dirty water was emptied into the slop drain. 3.
en.wikipedia.org