Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bahnen
sektiererisch
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. sec·tar·ian [sekˈteəriən, αμερικ -ˈteri-] ΕΠΊΘ

1. sectarian (relating to dissenting religious group):

sectarian
sectarian
sectarian killing
Sektenmord αρσ

2. sectarian (relating to denomination):

sectarian
sectarian differences
sectarian violence

II. sec·tar·ian [sekˈteəriən, αμερικ -ˈteri-] ΟΥΣ

sectarian
Anhänger(in) αρσ (θηλ) einer Sekte <-s, ->
sectarian
Sektierer(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

non-sec·ˈta·rian ΕΠΊΘ αμετάβλ

non-sectarian
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
sectarian
sectarian
sectarian killing

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In 2006, sectarian violence led to 300 deaths.
en.wikipedia.org
When the bands returned sectarian clashes broke out and soon developed into a full scale riot as the soldiers struggled to maintain order.
en.wikipedia.org
This approach played a role in the rise of sectarian violence.
en.wikipedia.org
It is said that the sectarian aspect got highlighted during their reign.
en.wikipedia.org
The tendency to vote on sectarian lines and the proportions of each religious denomination ensured that there would never be a change of government.
en.wikipedia.org