Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Anziehen
Treibgut
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

flot·sam [ˈflɒtsəm, αμερικ ˈflɑ:t-] ΟΥΣ no pl

1. flotsam:

flotsam (wreckage)
Treibgut ουδ <-(e)s> kein pl
flotsam (ashore)
Strandgut ουδ <-(e)s> kein pl
flotsam and jetsam
Strandgut ουδ <-(e)s> kein pl

2. flotsam (useless items):

flotsam
Krimskrams αρσ <-es> οικ
flotsam
Krempel αρσ <-s> οικ
flotsam and jetsam

3. flotsam + ενικ/pl ρήμα μτφ μειωτ (vagrants):

[human] flotsam
[human] flotsam
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
flotsam and jetsam + ενικ ρήμα
flotsam and jetsam πλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

flotsam and jetsam
Strandgut ουδ <-(e)s> kein pl
[human] flotsam
[human] flotsam

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

They then sank the boat and grabbed on to the flotsam of the wreckage until they made it to shore.
en.wikipedia.org
Some of the cargo was recovered from the flotsam and now gives the area just outside the building a special and highly distinctive character.
en.wikipedia.org
Many animals that live on or in the sea consume flotsam by mistake, as it often looks similar to their natural prey.
en.wikipedia.org
His home is built from flotsam and sunken debris.
en.wikipedia.org
They also associate with drifting flotsam such as logs and pallets, and sonic tagging indicates some follow moving vessels.
en.wikipedia.org