Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

knöchel
Fäkalien
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

fe·ces ΟΥΣ

feces πλ αμερικ → faeces

fae·ces, αμερικ fe·ces [ˈfi:si:z] ΟΥΣ

faeces πλ τυπικ:

Fäkalien τυπικ pl
Exkremente τυπικ pl
Kot αρσ <-(e)s> kein pl

fae·ces, αμερικ fe·ces [ˈfi:si:z] ΟΥΣ

faeces πλ τυπικ:

Fäkalien τυπικ pl
Exkremente τυπικ pl
Kot αρσ <-(e)s> kein pl
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
faeces βρετ
feces αμερικ
Fäzes (Kot) ουσ πλ ΙΑΤΡ ειδικ ορολ
faeces ουσ πλ
fester Stuhl ΙΑΤΡ τυπικ
solid faeces βρετ τυπικ
fester Stuhl ΙΑΤΡ τυπικ
solid feces αμερικ τυπικ
blood in the faeces [or αμερικ feces]
faeces βρετ τυπικ
feces αμερικ τυπικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Many animal species eat feces as a normal behavior; other species may not normally consume feces but do so under unusual conditions.
en.wikipedia.org
Drug metabolized by intestinal flora is excreted in the feces.
en.wikipedia.org
Heavy or biohazardous stains such as blood and feces may require longer wash times and stronger formulas.
en.wikipedia.org
One report suggests maximum areas 28mft 0 long and 15mft 0 wide, well-marked by scent glands, urine, and feces to signal territory.
en.wikipedia.org
Opponents of lethal sampling state that dietary habits can be ascertained by biopsies as well as collecting feces from living whales.
en.wikipedia.org