Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

largile
grauer Star
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

cata·ract1 [ˈkætərækt, αμερικ -t̬ər-] ΟΥΣ

cataract ΙΑΤΡ
grauer Star αρσ <-[e]s>
cataract ΙΑΤΡ
Katarakt θηλ <-, -e> ειδικ ορολ
cataract (diseased part of eye)

cata·ract2 [ˈkætərækt, αμερικ -t̬ər-] ΟΥΣ

cataract ΓΕΩΓΡ
Stromschnelle θηλ <-, -n>
cataract ΓΕΩΓΡ
Katarakt αρσ <-(e)s, -e> ειδικ ορολ
cataract (waterfall)
Wasserfall αρσ <-(e)s, -fälle>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
cataract
cataract
cataract
Cataracta (incipiens) θηλ ΙΑΤΡ ειδικ ορολ
cataract
embryonic cataract
cataract operation [or extraction]
Glasbläserstar αρσ ΙΑΤΡ
glassblower's cataract
Starbrille θηλ ΙΑΤΡ
cataract glasses ουσ πλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

grey [or αμερικ gray] [or ειδικ ορολ lenticular] cataract

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In his later years he developed cataracts, and had to retire from fencing.
en.wikipedia.org
He later appeared in a montage of television figures saying the word cataracts.
en.wikipedia.org
It is an almost unbelievable labyrinth of anastamosing channels, rock basins, and small abandoned cataracts.
en.wikipedia.org
That is, people face higher chances of developing cataracts as they age.
en.wikipedia.org
Before long, the doctor arrives, but too late... the woman is now blind with cataracts.
en.wikipedia.org